ξάνοιγμα


ξάνοιγμα
το [ξανοίγω]
1. άνοιγμα, άπλωμα
2. η αλλαγή τού καιρού προς το καλύτερο, η αιθρίαση, η βελτίωση τού καιρού
3. ο απόπλους προς το ανοιχτό πέλαγος
4. εκμυστήρευση μυστικών
5. διεύρυνση δραστηριότητας, εργασίας ή δαπάνης πέρα από τα επιτρεπτά όρια ή από τις δυνατότητες κάλυψής τους
6. άδενδρος τόπος σε δασώδη έκταση, ξέφωτο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξάνοιγμα — το, ατος 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξανοίγω. 2. άδεντρος τόπος σε δασώδη περιοχή, αλλ. ξέφωτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λάκκα — Ονομασία έξι οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ., 28 κάτ.) του νομού Άρτης. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού, στις δυτικές απολήξεις των ορέων του Βάλτου, Α της Άρτας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη. 2. Ημιορεινός… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.